ευσύνοπτος

ευσύνοπτος
ος , ον сжатый, краткий (об изложении, сочинении)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "ευσύνοπτος" в других словарях:

  • εὐσύνοπτος — easily taken in at a glance masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευσύνοπτος — η, ο (ΑΜ εὐσύνοπτος, ον) αυτός που συνοράται εύκολα, τού οποίου φαίνονται καθαρά και το σύνολο και τα μέρη που τό αποτελούν («ἔχειν μὲν μέγεθος, τοῡτο δὲ εὐσύνοπτον εἶναι», Αριστοτ.) || (νεοελλ. μσν.) 1. συνοπτικός, συντομευμένος 2. το ουδ. ως… …   Dictionary of Greek

  • εὐσυνοπτότερον — εὐσύνοπτος easily taken in at a glance adverbial comp εὐσύνοπτος easily taken in at a glance masc acc comp sg εὐσύνοπτος easily taken in at a glance neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυνοπτότατα — εὐσύνοπτος easily taken in at a glance adverbial superl εὐσύνοπτος easily taken in at a glance neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυνόπτως — εὐσύνοπτος easily taken in at a glance adverbial εὐσύνοπτος easily taken in at a glance masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσύνοπτον — εὐσύνοπτος easily taken in at a glance masc/fem acc sg εὐσύνοπτος easily taken in at a glance neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυνοπτοτάτην — εὐσύνοπτος easily taken in at a glance fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυνοπτότερος — εὐσύνοπτος easily taken in at a glance masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυνόπτοις — εὐσύνοπτος easily taken in at a glance masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυνόπτου — εὐσύνοπτος easily taken in at a glance masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυνόπτους — εὐσύνοπτος easily taken in at a glance masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»